Αρχείο | Ιουλίου, 2014

ΚΑΡΥΕΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.

29 Ιολ.




ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΤΕΧΝΗ

1 Ιολ.

Σκέψεις πάνω στο θέμα της αναγέννησης της εικονογραφίας.

Ο Χριστιανικός Ναός αποτελεί έκφραση και αισθητοποίηση της παρουσίας του Θεού μέσα στον υλικό κόσμο. Ο ναός είναι «Οίκος Κυρίου» γιατί εκεί τελείται η λατρεία του Θεού, αναγγέλλεται με το κήρυγμα ο Λόγος Του και τελείται το κατ’ εξοχήν μυστήριο της Παρουσίας του, η Θεία Ευχαριστία.

Εκεί γίνεται η λειτουργική σύναξη των πιστών, η οποία αποτελεί την ορατή έκφραση του σώματος της Εκκλησίας, της οποίας κεφαλή είναι ο Χριστός.

Το μυστήριο της Θείας Λατρείας εκφράζεται μέσα από τη λειτουργική, την αρχιτεκτονική και την εικονογράφηση των ιερών ναών.

Όσον αφορά όμως την αρχιτεκτονική, και ειδικά την εικονογραφία, γρήγορα προέκυψε η ανάγκη να δοθεί απάντηση στο εξής παράδοξο: πώς είναι δυνατόν με το σχέδιο και το χρώμα ή με το υλικό να εικονιστεί όχι η φύση, η ατομικότητα, η φθορά αλλά η υπόσταση των προσώπων και των πραγμάτων (Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης: Παντός εικονιζομένου ούχ ή φύσις, άλλη υπόστασις εικονίζεται). Πώς θα μεταμορφωθουν δηλαδή, σε αποκάλυψη του γεγονότος της σωτηρίας; Είναι δυνατόν να παρασταθεί με τα υλικά μέσα της εικαστικής έκφρασης ένας τρόπος υπάρξεως που καταργεί την αυτονόμηση, το χώρο, η τον χρόνο ,ως διαδοχή δηλαδή πρότερου και ύστερου;

Αυτό το μέγιστο κατορθώνεται δια μέσου του εκπληκτικού επιπέδου εκφραστικής της Βυζαντινής εικόνας, η οποία αναγάγει, μεταμορφώνει τη φυσική πραγματικότητα σε μια ανώτερη σύλληψη μορφής και οδηγεί από τον τρόπο της φαινομενικότητας στον τρόπο της αλήθειας.

Η Εκκλησιαστική τέχνη εκφράζει το γεγονός της σωτηρίας όπως ιστορικά συνέβη. Δεν εκφράζονται με αυτήν ατομικά συναισθήματα αλλά η συλλογική αποδοχή του «ακατάληπτου μυστηρίου» που διακονείται σε όλη τη Λατρεία.

Η εικόνα καλεί σε άμεση κοινωνία – σχέση με τα εικονιζόμενα σε μια διάβαση στο πρωτότυπο, δηλαδή στην υπόσταση του εικονιζόμενου (Μέγας Βασίλειος: Η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την εικόνα προσκυνεί έν αύτη τού έγγραφομένου τήν υπόστασιν). Εικονίζω κατά την υπόσταση σημαίνει ότι δια μέσου της εικαστικής γλώσσας παρουσιάζω τη θεωμένη ανθρώπινη φύση.

Τα πρόσωπα των Αγίων είναι ιστορικά αλλά ταυτόχρονα φανερώνουν την παρουσία της Θείας δόξας, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο (Β΄ Κορ. 3, 18). Περιγράφει η Εικόνα την ύπαρξη του εικονιζόμενου στην εσχατολογική του μορφή, εκφράζει την μακαριότητα του ανακαινισμένου εν Χριστώ ανθρώπου.

Οι αντικειμενικοί κανόνες για το πώς φτιάχνεται μια εικόνα υποτάσσουν την ατομική σύλληψη, την ιδέα, σε μια θέαση που είναι γεγονός κοινωνίας. Το «καλλιτέχνημα» δεν νοείται ως ατομικό δημιούργημα αλλά ως τόπος συνάντησης της λειτουργούσας Εκκλησίας με τον Αιώνιο Θεό.

Στη συνείδηση των Βυζαντινών η Εκκλησία «ιστορεί» τις εικόνες «δια χειρός» του ζωγράφου, ο οποίος υποτάσσει την ατομική θεώρηση σε ένα δεδομένο εικονογραφικό τύπο. Λέει στις αποφάσεις της η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος: «Ού ζωγράφων εφεύρεσις ή τών εικόνων ποίησις, αλλά τις καθολικής εκκλησίας έγκριτος θεσμοθεσία και παράδοσις…».

Υπάρχει λοιπόν δοσμένος εικονογραφικός τύπος, όμως αυτό δεν λειτουργεί περιοριστικά, απλά ελευθερώνει από τις ατομικές παρορμήσεις, με συνέπεια η Εκκλησία να αναγνωρίσει στο έργο αυτό την αλήθεια της.

Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργείται η ζωγραφική ιδιοφυία των μεγάλων Βυζαντινών μαστόρων (Πανσέληνου, Αστραπά, Θεοφάνη κ.α.), όμως η Εικόνα δεν είναι μόνο ζωγραφική πρόταση, ατομικό επίτευγμα… είναι πρωτίστως φανέρωση, κοινή στάση ζωής.

Η Βυζαντινή τέχνη διαβιβάζει στον πιστό τις πνευματικές της αλήθειες μέσω των αισθήσεων: το φως και το χρώμα χρησιμοποιούνται έχοντας συνείδηση της επενέργειας που ασκούν. Για τους Βυζαντινούς και τα δύο έχουν άμεση σχέση με το Θεό: ο Θεός είναι η Πηγή του φωτός. Το φως που διαχέουν οι τοιχογραφίες συμβολίζει το αρχέγονο, υπέρκοσμο φως, του οποίου πηγή είναι ο Θεός, η μόνη πηγή κάθε φωτισμού, θεωρούσαν την όραση σαν την υψηλότερη των πέντε αισθήσεων, κύριο διακριτικό χαρακτηριστικό ενός αντικειμένου από το άλλο θεωρούσαν το χρώμα και όχι το σχήμα.

Η χρωματική αντίληψη του κόσμου έχει βαθιά σημασία, η αναγωγή των χρωμάτων και η σύνθεση των μορφών καταλήγουν σε ένα ρυθμό τελείως διαφορετικό, σε έναν ρυθμό που, όσο βασικός κι αν είναι στην τέχνη, και ίσως στη ζωή, δεν εξηγείται εύκολα.

Το έργο λοιπόν του ζωγράφου ήταν και είναι να βρει τα χρώματα εκείνα που θα ανταποκριθούν καλύτερα στην αρχέτυπη ομορφιά. Κατ’ αυτούς η καλλιτεχνική διαδικασία και το έργο της μπορούσε να θεωρηθεί μίμηση. Ως μίμηση ονομάζουμε την προσπάθεια να μεταφερθεί το αρχέτυπο πρότυπο σε μια αυθεντική επανάληψη, δηλαδή να διατηρεί και να παραδίδει το νόημά της από το παρελθόν έως και σήμερα. Ασφαλώς και δεν μιλάμε για δουλική αντιγραφή, αναπαλαίωση, φορμαλισμό. Μέσα σε όρια ήταν και είναι επιτρεπτές σημαντικές αποκλίσεις στη μορφή, στη σύνθεση, στο χρώμα. Όμως το θεολογικό αίτημα για αλήθεια ισχύει εξίσου και στον γραπτό λόγο της Εκκλησίας όσο και στη ζωγραφική της, γι’ αυτό μιλήσαμε παραπάνω για την ελευθερία από την ατομική παρόρμηση. Συνέπεια τούτου είναι η υποχρέωση να ακολουθείται ένα ορισμένο αρχέτυπο. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των αρχέτυπων αποτελούν έναν οπτικό κανόνα της Εκκλησίας στον οποίο δύσκολα κάτι μεταβάλλεται.

Παραπέμποντας στα αρχέτυπα η Βυζαντινή τέχνη διακατέχεται μοιραία από την αρχή της επανάληψης. Επανάληψη είναι κατ’ αυτήν την αντίληψη μια διαρθρωτική αναγκαιότητα. Σιγά σιγά η μίμηση παλαιότερων προτύπων έγινε από βεβαιότητα αισθητικό πρόβλημα, καθώς άρχισαν να την επηρεάζουν οι αρχές της δυτικής παράδοσης της τέχνης, οι οποίες εξαναγκάζουν τον καλλιτέχνη σε πρωτοτυπία, σε διαρκή παραλλαγή και καταλήγουν στο τέλος να παριστάνονται ατομικές φύσεις μόνο. Συνέπεια αυτής της στάσης είναι η παρέκκλιση από τα παλαιότερα έργα.

Σήμερα, χάρη στον σπουδαίο δάσκαλο Φ. Κόντογλου, υπάρχει μια αναγέννηση της εκκλησιαστικής τέχνης, επιχειρείται μια συνειδητή προσέγγιση των παλαιών προτύπων τόσο στον εικονογραφικό τύπο όσο και στην τεχνοτροπία. Είναι ανάγκη να διαφυλαχθεί η Βυζαντινή εικόνα, όχι ως αντικείμενο μουσειακής αξίας αλλά ως στήριγμα που φέρνει τον άνθρωπο σε μετοχή μέσα στον κόλπο του Θείου, ως έκφραση της βεβαιότητας της Εκκλησίας για τη διαρκή παρουσία των «ήδη τελειωθέντων». Η μαρτυρία και η βίωση μιας κοινωνίας ζώντων και κοιμηθέντων είναι η διαφύλαξη της μνήμης που στηρίζει μια παράδοση, η αποκρυσταλλωμένη πρακτική ενός συλλογικού διαχρονικού βιώματος.

Τέτοιος στόχος απαιτεί σεβασμό, όμως ο σεβασμός απαιτεί με τη σειρά του γνωριμία, αποδοχή και γνώση.

Τίποτα δεν φυλάσσεται χωρίς βεβαιωμένη γνώση, τίποτα δεν κρατείται χωρίς αγάπη, η αγάπη όλα τα κρατεί, η ενασχόληση είναι μια ανάγκη που πηγάζει από μιαν εκφρασμένη απαίτηση: την απαίτηση που θέλει τη Βυζαντινή παράδοση κλήρο του καθενός. Δεν είναι δικό σου αυτό που δεν γνωρίζεις αλλά και δεν μπορείς να μοιραστείς ό,τι δεν είναι δικό σου.

Η αξία της παράδοσης εντοπίζεται όχι τόσο στην παλαιότητα που την καταξιώνει, όσο στην κριτική δοκιμασία την οποία υφίσταται και με την οποία επιλέγεται ό,τι τελικά παραδίδεται από γενιά σε γενιά. Το έργο των μεγάλων βυζαντινών αγιογράφων δημιουργεί με τον καθένα μας σχέση ακατάλυτη από το χρόνο, γιατί το έργο αυτό υπηρετούσε κάτι που ήξεραν ότι τους ξεπερνάει, υπηρετεί το «εμείς» και όχι το «εγώ», την Εκκλησία και όχι την αυτονόμηση. Η σχέση που δημιουργείται είναι στους αντίποδες της χρήσης, της ιδιοποίησης, της ιδιοτέλειας.

Προϋποθέτει η σχέση την παραίτηση από τον εαυτό μας, την αυθυπέρβαση, γι’ αυτό κατορθώνει να νικήσει και το χρόνο…

Μιχαήλ Αλεβυζάκης